ΔΟΜ: Η μείωση της βοήθειας μπορεί να οδηγήσει σε νέες μεταναστευτικές ροές
Η μείωση της αναπτυξιακής βοήθειας εκ μέρους των πλούσιων χωρών μπορεί να αυξήσει τις εξαναγκαστικές μεταναστεύσεις, προειδοποίησε σήμερα η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, Έιμι Πόουπ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Γαλλικό Πρακτορείο.
«Ο περιορισμός της αναπτυξιακής βοήθειας απλώς αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο να αναγκαστούν οι άνθρωποι να φύγουν, αναζητώντας αλλού ασφάλεια και σταθερότητα», εξήγησε η Πόουπ, στο περιθώριο του Φόρουμ του Βερολίνου για την Κλιματική Κινητικότητα (BCMF) που ολοκληρώνεται αύριο Παρασκευή.
Πολλές ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Γερμανία, προχώρησαν το τελευταίο διάστημα σε τέτοιες περικοπές. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μόλις επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, περιέκοψε κατά 83% τα προγράμματα της USAID, της αμερικανικής υπηρεσίας αναπτυξιακής βοήθειας που διαχειριζόταν έναν προϋπολογισμό ίσο με το 42% του συνόλου της παγκόσμιας ανθρωπιστικής βοήθειας. Η Γερμανία του συντηρητικού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς συνέχισε και φέτος να μειώνει τον προϋπολογισμό της αναπτυξιακής βοήθειας που προσφέρει, ο οποίος έχει μειωθεί στα περίπου 10 δισεκ. ευρώ, από 14 δισεκ. που ήταν το 2022. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ και πολλές ευρωπαϊκές χώρες σκλήρυναν τη μεταναστευτική πολιτική τους και ενίσχυσαν τους ελέγχους στα σύνορά τους.
«Προκειμένου να αντιμετωπιστούν πολιτικές πιέσεις σε εθνικό επίπεδο λαμβάνονται βραχυπρόθεσμα αποφάσεις που, σε τελική ανάλυση, δεν εξυπηρετούν μακροχρόνια τα συμφέροντα της χώρας», υποστήριξε η Πόουπ. «Όσο δεν καταφέρνουμε να παράσχουμε βοήθεια με αξιοπρεπή τρόπο στους πληθυσμούς, τόσο περισσότερο διακινδυνεύουμε να δούμε μετακινήσεις πληθυσμών σε μεγάλη κλίμακα», εξήγησε.
Ως παράδειγμα έφερε το Σουδάν, όπου ο πόλεμος προκάλεσε την εκτόπιση 9 εκατομμυρίων ανθρώπων, τη μεγαλύτερη κρίση αυτού του είδους στον κόσμο. «Καθώς μειώνεται η ανθρωπιστική βοήθεια, παρατηρούμε ότι ολοένα και περισσότεροι Σουδανοί αναζητούν ασφάλεια και ευκαιρίες» είπε η Πόουπ, η πρώην σύμβουλος του Δημοκρατικού προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν σε θέματα μετανάστευσης.
Η κλιματική αλλαγή έχει επίσης «τεράστιες» επιπτώσεις στις μετακινήσεις πληθυσμών.
Οι καταστροφές λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών προκαλούν μεγαλύτερη εσωτερική εκτόπιση από τους πολέμους, σύμφωνα με το Κέντρο Εκτίμησης των Εσωτερικά Εκτοπισμένων (IDMC). Η Πόουπ ανέφερε ως παραδείγματα τα νησιά του Ειρηνικού, όπως τα Τουβαλού, που απειλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ή τις Φιλιππίνες, όπου περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν λόγω των τυφώνων. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές περιοχές της Αφρικής που πλήττονται από παρατεταμένη ξηρασία.
Η Έιμι Πόουπ κάλεσε τις πλουσιότερες χώρες, εκείνες που ευθύνονται περισσότερο για την κλιματική αλλαγή, να αναλάβουν την ευθύνη και να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις στους ανθρώπους που αναγκάζονται να μετακινηθούν, αντί να περιμένουν να ξεσπάσει κρίση. «Εκείνοι που λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις σήμερα, πού είναι έτοιμοι να επενδύσουν για να εγγυηθούν περισσότερη σταθερότητα και να μειώσουν τον κίνδυνο απρόβλεπτων μεταναστεύσεων στο μέλλον;» διερωτήθηκε.
Η Πόουπ εξήγησε ότι «αρχικά, οι μετανάστες μένουν στη χώρα τους» και μετακινούνται στις γειτονικές χώρες ή μακρύτερα «μόνο όταν δεν βρίσκουν άλλες επιλογές κοντά τους». Για τον λόγο αυτό, ζήτησε να προωθούνται αρχικά τοπικές και περιφερειακές λύσεις, ώστε η «εξορία» να μην είναι η μοναδική διέξοδός τους.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, περισσότεροι από 200 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να αναγκαστούν να εκτοπιστούν εντός των χωρών τους μέχρι το 2050, λόγω της κλιματικής αλλαγής.
«Ας επενδύσουμε από τώρα, να μην περιμένουμε την έκτακτη ανάγκη», προέτρεψε η Πόουπ.
Στα μέσα του 2024 ο ΔΟΜ υπολόγιζε ότι οι διεθνείς μετανάστες ανέρχονται σε 304 εκατομμύρια, είναι δηλαδή το 3,7% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο αριθμός των εσωτερικά εκτοπισμένων, δηλαδή εντός της χώρας καταγωγής τους, ξεπερνά τα 700 εκατομμύρια.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ-AFP