newsare.net
Το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση άνδρα που είχε καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη για υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικηςΦρίκη στη Λεμεσό: Κακοποιούσε σεξουαλικά 13χρονη στη βεράντα του σπιτιού της
Το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση άνδρα που είχε καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη για υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης, επικυρώνοντας τόσο τα πραγματικά ευρήματα όσο και τη νομική κρίση του Μόνιμου Κακουργοδικείου Λεμεσού. Η υπόθεση αφορούσε σειρά αδικημάτων σε βάρος ανήλικης, η οποία, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, τελούσε υπό τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής του κατηγορούμενου. Το Κακουργοδικείο είχε κρίνει ότι η κακοποίηση εκτεινόταν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, περιλαμβανομένης περιόδου κατά την οποία το θύμα ήταν κάτω των 13 ετών, και είχε επιβάλει συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που έφθαναν συνολικά τα 12 έτη. Ο καταδικασθείς άσκησε έφεση προβάλλοντας τρεις βασικούς λόγους: ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη, ότι η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία ήταν πλημμελής και παραβίασε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, και ότι η μαρτυρία του θύματος ήταν, κατά τον ισχυρισμό του, υποκινούμενη ή καθοδηγούμενη. Το Εφετείο, εξετάζοντας εκτενώς τον πρώτο και τον τρίτο λόγο έφεσης, επανέλαβε την πάγια αρχή της νομολογίας ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει πρωτίστως στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με αυτούς. Τόνισε ότι παρέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο όταν τα ευρήματα συγκρούονται με την κοινή λογική ή δεν στηρίζονται στη μαρτυρία. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διαφοροποιήσεις στις αρχικές καταθέσεις της ανήλικης και στη μαρτυρία της ενώπιον του δικαστηρίου δεν συνιστούσαν αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Έλαβε υπόψη του τις επιστημονικές μαρτυρίες που εξηγούσαν γιατί τα ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης συχνά καθυστερούν ή αποκαλύπτουν σταδιακά τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και το ιδιαίτερα συντηρητικό και κλειστό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε η παραπονούμενη. Το Εφετείο έκρινε ότι η καθυστερημένη και ατελής αρχική αποκάλυψη ήταν κατανοητή και δεν υπονόμευε τη βασική αξιοπιστία του θύματος. Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η μαρτυρία της ανήλικης ήταν προϊόν καθοδήγησης από συγγενικά της πρόσωπα, επισημαίνοντας ότι τέτοιο ενδεχόμενο δεν τεκμηριώθηκε ούτε υποβλήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση, ενώ δεν προέκυπτε οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει κατασκευή ή χειραγώγηση της μαρτυρίας. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης, που αφορούσε την απουσία λήψης και ανάλυσης γενετικού υλικού, το Εφετείο συμφώνησε με την κρίση του Κακουργοδικείου ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και με δεδομένο τον χρόνο που είχε μεσολαβήσει, η διενέργεια τέτοιας εξέτασης δεν αποτελούσε εύλογη γραμμή διερεύνησης και δεν θα μπορούσε να διαφωτίσει ουσιαστικά την υπόθεση. Τόνισε ότι η δίκαιη δίκη κρίνεται συνολικά και ότι δεν αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος στερήθηκε οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαίωμα υπεράσπισης. Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο κατέληξε ότι όλοι οι λόγοι έφεσης ήταν αβάσιμοι και προχώρησε στην απόρριψή της, επικυρώνοντας την καταδικαστική απόφαση και τις ποινές που είχαν επιβληθεί σε πρώτο βαθμό. Το ιστορικό της υπόθεσης Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό αποτυπώθηκε στα ευρήματα του Κακουργοδικείου και αξιολογήθηκε εκ νέου από το Εφετείο, η ανήλικη παραπονούμενη ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο σε μικρή ηλικία, στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής της οικογένειάς της σε κοινότητα όπου διέμεναν. Η γνωριμία δεν ήταν περιστασιακή, αλλά εξελίχθηκε μέσα από μια σταδιακή και συστηματική επαφή, κατά την οποία ο κατηγορούμενος αξιοποίησε τη θέση και τον ρόλο του για να αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης και εξάρτησης με το παιδί. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν σε ευάλωτη κατάσταση, τόσο λόγω της ηλικίας της όσο και λόγω του οικογενειακού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Προερχόταν από ιδιαίτερα συντηρητικό περιβάλλον, με περιορισμένη πρόσβαση σε εκπαίδευση και με σημαντικές δυσκολίες στην έκφραση και την περιγραφή σύνθετων βιωμάτων. Τα στοιχεία αυτά κρίθηκαν καθοριστικά για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά και για τον λόγο που η πλήρης αποκάλυψη της κακοποίησης δεν έγινε άμεσα. Η υπόθεση ήρθε στο φως έπειτα από συγκεκριμένο περιστατικό που προκάλεσε την κινητοποίηση του οικογενειακού περιβάλλοντος και, στη συνέχεια, των Αρχών. Ακολούθησε καταγγελία στην Αστυνομία και ιατροδικαστική και ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης, στο πλαίσιο των οποίων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για μακροχρόνια κατάσταση και όχι για μεμονωμένο γεγονός. Το Κακουργοδικείο έκρινε ότι τα περιστατικά εκτείνονταν σε διαδοχικά χρονικά διαστήματα, καλύπτοντας περισσότερες από μία φάσεις της ανηλικότητας της παραπονούμενης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ανήλικη μπόρεσε να μιλήσει για τα όσα βίωσε. Το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι αρχικά δεν ήταν σε θέση να εκθέσει με πληρότητα το σύνολο των γεγονότων, είτε λόγω φόβου και ντροπής είτε λόγω της συναισθηματικής σύγχυσης που συχνά παρατηρείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Καθοριστικό ρόλο στην πληρέστερη αποκάλυψη του ιστορικού διαδραμάτισε, όπως κρίθηκε, η υποστηρικτική στάση της οικογένειάς της σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση αυτό το ιστορικό, το πρωτόδικο δικαστήριο σχημάτισε την πεποίθηση ότι η κακοποίηση ήταν συστηματική και επαναλαμβανόμενη και ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε εκμεταλλευόμενος τη θέση επιρροής που είχε έναντι ενός παιδιού που δεν μπορούσε να αντιδράσει ή να καταγγείλει εγκαίρως τα γεγονότα. Το Εφετείο έκρινε ότι το ιστορικό αυτό τεκμηριώθηκε επαρκώς από τη μαρτυρία και τα συνοδευτικά στοιχεία και δεν υπήρχε λόγος ανατροπής των σχετικών ευρημάτων. Διαβάστε επίσης: Επ. Περιβάλλοντος για συμβάν με χελώνα: Δεν είναι αυτός ο τρόπος μεταχείρισης Read more











