H σημασία της αγγελίας του 1967:«Κενή θέσις εκπαιδεύτριας εις την οροφοκομίαν»
Το μικρό αυτό απόκομμα του 1967 δεν είναι απλώς μια αγγελία για εργασία. Είναι ένα πυκνό κοινωνικό ντοκουμέντο. Ο τίτλος του, «Κενή θέσις εκπαιδεύτριας εις την οροφοκομίαν», ακούγεται σήμερα μακρινός, σχεδόν ξένος. Όμως ακριβώς αυτή η γλωσσική και θεσμική απόσταση είναι που το καθιστά πολύτιμο. Μέσα σε λίγες μόνο γραμμές, αποκαλύπτεται μια ολόκληρη εποχή: οι αντιλήψεις για τη γυναικεία εργασία, η οργάνωση της ξενοδοχειακής βιομηχανίας και η ανάγκη της τότε Κύπρου να εκσυγχρονιστεί μέσα από τον τουρισμό.
Η λέξη «οροφοκομία» είναι το πρώτο στοιχείο που απαιτεί ερμηνεία. Στη σημερινή γλώσσα θα τη μεταφράζαμε περίπου ως housekeeping, δηλαδή τη φροντίδα, οργάνωση και εποπτεία των δωματίων, του ιματισμού και της καθαριότητας ενός ξενοδοχείου. Όμως το 1967 η έννοια αυτή δεν ήταν απλώς τεχνική. Δεν σήμαινε μόνο καθάρισμα ή τακτοποίηση. Σήμαινε πειθαρχία, τάξη, ευπρέπεια, οργάνωση προσωπικού, επίβλεψη χώρων, ακόμη και ηθική ευθύνη. Η «εκπαιδεύτρια εις την οροφοκομίαν» δεν προοριζόταν να είναι μια απλή υπάλληλος. Προοριζόταν να είναι φορέας προτύπου.
Το ίδιο το κείμενο της αγγελίας το αποδεικνύει. Η γυναίκα που θα διοριζόταν θα ήταν υπεύθυνη για την εκπαίδευση θαλαμηπόλων, τόσο των μαθητριών της σχολής όσο και του προσωπικού που ήδη υπηρετούσε σε ξενοδοχεία. Θα επισκεπτόταν, μάλιστα, διάφορα ξενοδοχεία ανά την Κύπρο. Παράλληλα, θα είχε ευθύνη για το οικοτροφείο θηλέων της σχολής και για την αποθήκη ρουχισμού. Δηλαδή, η θέση συνέδεε εκπαίδευση, επίβλεψη, διαχείριση υλικού, διοίκηση προσωπικού και εσωτερική πειθαρχία. Ήταν μια θέση κεντρική, όχι βοηθητική.
Αυτό ακριβώς είναι το πρώτο μεγάλο νόημα του τίτλου: πίσω από έναν όρο που σήμερα μπορεί να ακούγεται περιορισμένος, στην πραγματικότητα κρυβόταν μια σύνθετη και κρίσιμη επαγγελματική αποστολή. Η γυναίκα που ζητείται δεν είναι «καμαριέρα». Είναι εκπαιδεύτρια, επόπτρια, οργανώτρια, διαχειρίστρια. Ο τίτλος, λοιπόν, φανερώνει κάτι διπλό: από τη μια την αναγνώριση εξειδίκευσης, από την άλλη την ένταξη αυτής της εξειδίκευσης σε έναν χώρο που θεωρούνταν φυσική προέκταση του «γυναικείου ρόλου».
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η βαθύτερη ανάγνωση. Η αγγελία απευθύνεται ρητά σε γυναίκες. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο ουδετερότητας. Η εργασία αυτή νοείται ως γυναικεία. Όχι επειδή ήταν αντικειμενικά αδύνατο να την κάνει άνδρας, αλλά επειδή η κοινωνία της εποχής είχε ήδη αποφασίσει ότι η καθαριότητα, η εσωτερική τάξη, η φροντίδα του ρουχισμού και η διαπαιδαγώγηση στο ήθος του χώρου ανήκαν στη «φυσική» περιοχή της γυναίκας. Με άλλα λόγια, το κράτος και η αγορά εργασίας αξιοποιούσαν γυναικείες δεξιότητες, αλλά τις τοποθετούσαν σε προκαθορισμένα έμφυλα όρια.
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι και τα προσόντα. Δεν ζητείται μια οποιαδήποτε εργάτρια, αλλά απόφοιτος αναγνωρισμένης ευρωπαϊκής ξενοδοχειακής σχολής, με ευρεία πείρα, προσωπικότητα και διοικητική ικανότητα. Αυτό δείχνει ότι η Κύπρος του 1967 αντιμετώπιζε ήδη τον τουρισμό ως σοβαρό αναπτυξιακό τομέα. Ήθελε επαγγελματικά πρότυπα, ευρωπαϊκές προδιαγραφές, εσωτερική πειθαρχία και ειδικευμένο προσωπικό. Η αγγελία δεν αφορά μόνο μια θέση εργασίας. Αφορά μια χώρα που προσπαθεί να εκπαιδεύσει τον εαυτό της ώστε να σταθεί σε ένα πιο διεθνοποιημένο περιβάλλον.
Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν ήταν κοινωνικά ουδέτερος. Η ίδια αγγελία θέτει ηλικιακό αποκλεισμό: αιτήτριες κάτω των 25 ετών αποκλείονται. Η πρόνοια αυτή δεν είναι τυχαία. Υποδηλώνει ότι η θέση απαιτούσε ωριμότητα, πειθαρχία και ίσως ένα είδος αυθεντίας που η εποχή δεν αναγνώριζε σε μια νεότερη γυναίκα. Άρα, το πρότυπο της κατάλληλης υποψήφιας ήταν ήδη αυστηρά καθορισμένο: γυναίκα, μορφωμένη, έμπειρη, σοβαρή, διοικητική, πειθαρχημένη.
Η γλώσσα του κειμένου είναι επίσης αποκαλυπτική. Η καθαρεύουσα «κενή θέσις», «η διορισθησομένη», «αιτήσεις δέον όπως υποβληθώσι» δεν είναι απλώς γλωσσική συνήθεια. Είναι η γλώσσα του θεσμικού κύρους και της απόστασης. Η εργασία παρουσιάζεται όχι ως μια ανοιχτή ανθρώπινη σχέση, αλλά ως μέρος μιας αυστηρής, σχεδόν διοικητικής τάξης. Η γλώσσα της εποχής ντύνει τη θέση με κύρος, αλλά ταυτόχρονα τη φυλακίζει μέσα σε ένα επίσημο και ιεραρχικό πλαίσιο.
Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτός ο τίτλος σήμερα; Σήμερα δύσκολα θα βλέπαμε δημόσια αγγελία με τέτοια φρασεολογία. Ο τίτλος πιθανότατα θα ήταν «Υπεύθυνη/ος Οροφοκομίας», «Housekeeping Supervisor» ή «Trainer in Housekeeping Operations». Η έμφαση θα έπεφτε σε διαδικασίες, πρότυπα ποιότητας, διαχείριση προσωπικού, υγιεινή, εξυπηρέτηση πελάτη και λειτουργική αποδοτικότητα. Η γλώσσα θα ήταν πιο ουδέτερη, πιο τεχνοκρατική, ίσως και πιο αγγλοποιημένη. Και κυρίως, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής, δεν θα ήταν τόσο απροκάλυπτα έμφυλη.
Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται και η ιστορική αξία του αποκόμματος. Μας θυμίζει ότι πολλές εργασίες που σήμερα θεωρούμε οργανωτικές, διοικητικές ή επιχειρησιακές, κάποτε περιγράφονταν ως σχεδόν φυσική προέκταση του γυναικείου οικιακού ρόλου. Η μετάβαση από το σπίτι στο ξενοδοχείο, από τη φροντίδα της οικογένειας στη φροντίδα του πελάτη, από το «νοικοκυριό» στη «φιλοξενία», ήταν και οικονομική και ιδεολογική. Ο αόρατος γυναικείος μόχθος μετατρεπόταν σε επαγγελματική λειτουργία, χωρίς όμως να χάνει πλήρως το στίγμα της κοινωνικής του προέλευσης.
Τελικά, το «Κενή θέσις εκπαιδεύτριας εις την οροφοκομίαν» δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια του χθες. Είναι ένας καθρέφτης της Κύπρου του 1967. Μιας Κύπρου που επένδυε στον τουρισμό, ζητούσε ευρωπαϊκά πρότυπα, αναγνώριζε την ανάγκη επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσε άθικτες πολλές από τις παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο, την ηλικία και την εξουσία. Γι’ αυτό και η αξία της αγγελίας δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που ζητά. Βρίσκεται και σε αυτό που αποκαλύπτει: τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία οργανώνει την εργασία, ορίζει το κύρος και μοιράζει ρόλους.
Αυτό το μικρό απόκομμα, τελικά, μιλά πολύ πιο δυνατά απ’ όσο φαίνεται. Δεν μας λέει μόνο ποια θέση ήταν κενή το 1967. Μας λέει και τι ακριβώς ήταν τότε γεμάτο: οι βεβαιότητες μιας ολόκληρης εποχής.
Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη
Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου
Πηγή: Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» Απρίλιος 1967