newsare.net
Σε νομική τεκμηρίωση και όχι σε συναισθηματικές αντιδράσεις εδράζεται, σύμφωνα με τον νομικό Σίμο Αγγελίδη, η απόφαση της Νομικής ΥπηρεσίαςΓιατί θεωρείται δύσκολη η ανατροπή της απόφασης για Συλλούρη - Τζιοβάνη
Σε νομική τεκμηρίωση και όχι σε συναισθηματικές αντιδράσεις εδράζεται, σύμφωνα με τον νομικό Σίμο Αγγελίδη, η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας να προχωρήσει στην καταχώριση έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης του Κακουργιοδικείου για τους πρώην αξιωματούχους Δημήτρης Συλλούρης και Χριστάκης Τζιοβάνης. Ο κ. Αγγελίδης, κληθείς να σχολιάσει τις εξελίξεις, έθεσε εξαρχής το πλαίσιο: η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν κατά πλειοψηφία και οδήγησε στην απαλλαγή των δύο κατηγορουμένων και για τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Όπως εξήγησε, το δικαστήριο, για να καταλήξει στην αθώωση, αξιολόγησε το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του και κατέγραψε ρητώς ότι διαπίστωσε συγκεκριμένα και ουσιώδη κενά, καθώς και παραλείψεις στην παρουσίαση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή. Τα κενά αυτά, όπως αποτυπώνονται στην απόφαση, αφορούσαν –κατά τον ίδιο– είτε ελλιπή σύνδεση επιμέρους στοιχείων της μαρτυρίας είτε αναπάντητα κρίσιμα δεδομένα είτε τη μη κλήτευση και εξέταση μαρτύρων που θα μπορούσαν να διαφωτίσουν κομβικά σημεία. Υπήρξαν, επίσης, αναφορές σε ζητήματα αντεξέτασης και διαδικαστικών χειρισμών στο ανακριτικό στάδιο. «Όλα αυτά είναι διαπιστώσεις του ίδιου του δικαστηρίου», υπογράμμισε, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για κρίσεις που διατυπώνει η Νομική Υπηρεσία, αλλά για αξιολογικές παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της απόφασης. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Νομική Υπηρεσία ανακοίνωσε εντός 24 ωρών ότι θα ασκήσει έφεση, κρίνοντας πως στην απόφαση εντοπίζονται δικαστικά σφάλματα. Κατά τον κ. Αγγελίδη, αυτό σημαίνει ότι η έφεση θα στηριχθεί στον ισχυρισμό ότι ορισμένες από τις κρίσεις ή διαπιστώσεις του πρωτόδικου δικαστηρίου αποτελούν νομικά σφάλματα, τα οποία επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα. Η επιχειρηματολογία αυτή, όπως σημείωσε, ενδέχεται να εδράζεται και στη γνώμη της μειοψηφίας, η οποία –αν και συμφώνησε με την απαλλαγή στις δύο κατηγορίες– διαφοροποιήθηκε ως προς την τρίτη, που αφορούσε το αδίκημα της εμπορίας επηρεασμού. Εξηγώντας τι συνιστά «δικαστικό σφάλμα», ο νομικός διευκρίνισε ότι δεν αρκεί η διαφωνία με την κρίση των δικαστών. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είτε εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο είτε αξιολόγησε με νομικά πλημμελή τρόπο τη μαρτυρία, αποδίδοντάς της περιεχόμενο που δεν δικαιολογείται από τα δεδομένα της δίκης. Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού είναι ήδη γνωστό στα διάδικα μέρη και δεν μπορεί να προστεθεί νέα μαρτυρία στο στάδιο της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση αποκλειστικά στη βάση του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ανατροπές πρωτόδικων αθωωτικών αποφάσεων είναι σχετικά σπάνιες, σημείωσε. Για να επιτύχει η έφεση, θα πρέπει να πεισθεί το ανώτερο δικαστήριο ότι, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό, το πρωτόδικο όργανο κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα, στο οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να οδηγηθεί. Ο κ. Αγγελίδης στάθηκε και στη μεγάλη χρονική διάρκεια της διαδικασίας, χαρακτηρίζοντάς την απαράδεκτη, ιδίως για ποινικές υποθέσεις που –όπως είπε– θα έπρεπε να εκδικάζονται εντός ενός ή δύο ετών. Υπενθύμισε, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη υπόθεση πέρασε από διαφορετικά στάδια και καταχωρίσεις, με νέα κατηγορητήρια και διαφοροποιήσεις στη σύνθεση των κατηγορουμένων, γεγονός που διαφοροποιεί την εικόνα των «πέντεμισι ετών» που συζητείται στη δημόσια σφαίρα. Σε ό,τι αφορά την έντονη κοινωνική αντίδραση για την έκβαση υποθέσεων που σχετίζονται με το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων, ο ίδιος αναγνώρισε ότι η οργή της κοινής γνώμης είναι κατανοητή, ιδίως μετά τα πορίσματα που κατέγραψαν εκτεταμένες παρατυπίες. Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι η Νομική Υπηρεσία οφείλει να υπερασπίζεται το έργο της, επισημαίνοντας τις αντικειμενικές δυσκολίες, τον όγκο των υποθέσεων και τις απαιτήσεις απόδειξης «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». «Αυτή τη στιγμή», κατέληξε, «έχουμε από τη μια το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου, το οποίο εντοπίζει ουσιώδη κενά και παραλείψεις, και από την άλλη τη θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία θεωρεί ότι σε αυτά ενυπάρχουν νομικά σφάλματα». Το ποια από τις δύο προσεγγίσεις θα επικρατήσει, θα κριθεί πλέον ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου. Διαβάστε επίσης: Πού πήγαν οι μάρτυρες της υπόθεσης Al Jazeera-Ένταση κατά την ενημέρωση της ΝΥ Read more











