Χριστοδουλίδης: Δεν θα γίνω ο Πρόεδρος της διχοτόμησης-Στόχος η επανένωση
Η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί «απαράβατη κόκκινη γραμμή» και δεν τίθεται προς συζήτηση λύση δύο κρατών ή συγκεκαλυμμένη συνομοσπονδία, διαμήνυσε τη Δευτέρα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να γίνει «ο Πρόεδρος της διχοτόμησης» ούτε να υπογράψει διευθέτηση που δεν θα είναι λειτουργική, βιώσιμη και ανθεκτική στον χρόνο.
Σε ομιλία του στην εκδήλωση μνήμης για τις μαύρες επετείους του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης ανέφερε ότι η λύση του Κυπριακού αποτελεί «την πιο ευγενή φιλοδοξία» και «το τάμα» της ζωής του, σημειώνοντας παράλληλα ότι η εντατικοποίηση των προσπαθειών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και η πρωταγωνιστική παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν συγκρατημένη αισιοδοξία.
Αναφέρθηκε, επίσης, στην επίσκεψη του ΓΓ του ΟΗΕ στην Κύπρο από τις 27 έως τις 29 Ιουλίου και στον διορισμό του Εκτελεστικού Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Raffaele Fitto ως Ειδικού Απεσταλμένου για το Κυπριακό, υπογραμμίζοντας ότι «η πρόοδος στα Ευρωτουρκικά συνδέεται άμεσα με την ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό».
Δείτε επίσης: Γιλμάζ:«Η Κύπρος δεν θα γίνει ποτέ ελληνικό νησί»-Επιμένει στη λύση δύο κρατών
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άρχισε την ομιλία του αποτίοντας φόρο τιμής σε όσους αγωνίστηκαν για τη νομιμότητα, την ελευθερία και τη Δημοκρατία και καταδικάζοντας το συνεχιζόμενο, όπως είπε, έγκλημα σε βάρος της Κύπρου και του λαού της, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Ανέφερε ότι όσοι μαρτύρησαν για την ελευθερία έγιναν οδοδείκτες του αγώνα για δικαίωση, η οποία θα έρθει μόνο μέσα από τον τερματισμό της κατοχής, την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας.
«Πενήντα δύο χρόνια είναι πολλά, όχι όμως ικανά για να λυγίσουμε και να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια για την απαλλαγή από τα δεινά που επισώρευσε στην πατρίδα μας το μαύρο καλοκαίρι του 1974», ανέφερε.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είπε ότι η Ιστορία έχει αποφανθεί πως το πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών και των συνεργατών της στην Κύπρο έδωσε στην Τουρκία το πρόσχημα που επεδίωκε για να υλοποιήσει τους διχοτομικούς σχεδιασμούς της και να προχωρήσει στην εισβολή, με αποτέλεσμα την εδώ και 52 χρόνια παράνομη κατοχή του 37% της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά το «βάρβαρο πέρασμά» του από την Κύπρο, είπε, ο Αττίλας διέπραξε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη μεταπολεμική Ιστορία της Ευρώπης, σκορπώντας καταστροφή και πόνο, με χιλιάδες νεκρούς, πρόσφυγες και αγνοουμένους. Πρόσθεσε ότι για περισσότερες από πέντε δεκαετίες παραβιάζονται συστηματικά το Διεθνές Δίκαιο και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο Πρόεδρος αναφέρθηκε στις συνεχιζόμενες συνέπειες της κατοχής, σημειώνοντας ότι η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει παράνομα και με τη βία των όπλων πέραν του ενός τρίτου της επικράτειας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών.
Παράλληλα, είπε, αρνείται την πρόσβαση σε αρχεία του στρατού κατοχής, ώστε να διακριβωθεί η τύχη των αγνοουμένων, επεκτείνει τον παράνομο εποικισμό και τη δημογραφική αλλοίωση και ενισχύει την οικονομική, πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική χειραγώγηση των Τουρκοκυπρίων.
Αναφέρθηκε ακόμη στην παραβίαση των δικαιωμάτων Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων, στις διώξεις εγκλωβισμένων και στην καταστροφή εκκλησιαστικών μνημείων, χώρων λατρείας και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
«Και όλα αυτά, όπως και πολλά άλλα, δεν είναι επαναλαμβανόμενες ρητορείες αλλά η ψυχρή πραγματικότητα στην πατρίδα μας εδώ και 52 χρόνια», σημείωσε.
Για όλα αυτά τα συνεχιζόμενα εγκλήματα, πρόσθεσε, η Τουρκία είναι υπόλογη στη διεθνή κοινότητα, ενώ οι προσπάθειές της για νομιμοποίηση των τετελεσμένων συγκρούονται κατάφωρα με το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
«Δεν μπορεί να παραχθεί δίκαιο μέσα από την παρανομία», τόνισε.
Ο Πρόεδρος ανέφερε ότι η επέτειος αποτελεί ημέρα οδύνης αλλά και ευκαιρία να σταλεί το μήνυμα ότι ο κυπριακός λαός δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με την υφιστάμενη κατάσταση ούτε να νομιμοποιήσει τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής.
Απευθυνόμενος στους συγγενείς των πεσόντων, στις οικογένειες των αγνοουμένων, στους εκτοπισθέντες, στους παθόντες, στους εγκλωβισμένους και στους πολεμιστές του 1964 και του 1974, διαβεβαίωσε ότι η απαλλαγή από τα δεσμά της κατοχής, η απελευθέρωση και η επανένωση της Κύπρου αποτελούν κορυφαία προσωπική και κυβερνητική προτεραιότητα.
«Και αυτό το αποδεικνύουμε στην πράξη», ανέφερε.
Είπε ότι, από την πρώτη στιγμή ανάληψης της διακυβέρνησης, αναλήφθηκαν πρωτοβουλίες και υποβλήθηκαν προτάσεις, ενώ η χώρα αναβαθμίστηκε στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, με ύψιστο στόχο τον τερματισμό της κατοχής και την επανένωση.
Με «ξεκάθαρη πολιτική βούληση», πλάνο, σχεδιασμό και «διεκδικητικό ρεαλισμό», πρόσθεσε, η Κυβέρνηση χάραξε συγκεκριμένη στρατηγική, η οποία μέσα σε τρία και πλέον χρόνια οδήγησε σε ουσιαστικά βήματα προς τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Η επιδιωκόμενη λύση, υπογράμμισε, πρέπει να βασίζεται στο συμφωνημένο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, στο διαπραγματευτικό κεκτημένο και στις αρχές, τις αξίες και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά την παγκόσμια αναταραχή λόγω των πολέμων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή και παρά την αρνητική στάση της τουρκικής πλευράς, είπε, κατέστη δυνατό να ανακινηθεί το διεθνές ενδιαφέρον για το Κυπριακό, έπειτα από το επταετές τέλμα μετά το 2017.
«Το τελευταίο διάστημα τόσον ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εντατικοποιήσει την προσπάθειά τους και η σθεναρή πολιτική τους βούληση μάς επιτρέπει να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι για τη συνέχεια», σημείωσε.
Ο Πρόεδρος χαρακτήρισε το Κυπριακό «υπαρξιακό πρόβλημα», το οποίο αφορά την ίδια την υπόσταση της πατρίδας και επηρεάζει τις ζωές όλων των πολιτών, ορίζοντας τα τελευταία 52 χρόνια την πορεία, το παρόν και το μέλλον της χώρας.
Στόχος, συνέχισε, είναι μία λύση που θα θέτει τέλος στην υφιστάμενη παρανομία και θα διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο, λειτουργικό και ευρωπαϊκό κράτος.
«Δεν ζητούμε κάτι περισσότερο από αυτό που αξίζει και δικαιούται ο κάθε άνθρωπος και ο κάθε λαός», ανέφερε.
«Ζητούμε το ελάχιστο, το προφανές, το στοιχειώδες, το αυτονόητο: όλοι ανεξαιρέτως οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι, να έχουν το δικαίωμα να απολαμβάνουν ό,τι ακριβώς και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πολίτες», είπε.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι βασικές ελευθερίες, συνέχισε, δεν είναι προνόμιο ούτε μπορούν να τίθενται εν αμφιβόλω σε κράτος μέλος της ΕΕ. Η λύση, ανέφερε, πρέπει να είναι βιώσιμη, λειτουργική και ανθεκτική και να διασφαλίζει σε όλους τους νόμιμους κατοίκους το δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται και να δημιουργούν όπου επιλέγουν, σε συνθήκες ειρήνης, πραγματικής ασφάλειας και ευημερίας.
Ο Πρόεδρος αναφέρθηκε στην προσπάθεια για πρωταγωνιστική εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κυπριακό, σημειώνοντας ότι έχει πλέον καταστεί σαφές πως πρόκειται και για ευρωπαϊκό πρόβλημα και ότι η ΕΕ οφείλει να έχει καθοριστικό λόγο στις εξελίξεις. Παρέπεμψε στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου 2024 και στην κοινή επιστολή της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς τον ΓΓ του ΟΗΕ τον Μάρτιο του 2025.
Αναφέρθηκε, επίσης, στη συνάντησή του με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen στο Παρίσι και στον διορισμό του Εκτελεστικού Αντιπροέδρου της Επιτροπής Raffaele Fitto ως Ειδικού Απεσταλμένου για το Κυπριακό. Όπως είπε, η Πρόεδρος της Επιτροπής ανέφερε ότι ο διορισμός αντικατοπτρίζει την ισχυρή δέσμευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επανένωση της Κύπρου και επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον της Ένωσης για την επίλυση του Κυπριακού ως θέματος προτεραιότητας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη η πρωτοβουλία του ΓΓ του ΟΗΕ, που θα επισκεφθεί την Κύπρο στις 27-29 Ιουλίου, πρόσθεσε, η Ευρωπαϊκή Ένωση «δηλώνει παρούσα πρωταγωνιστικά».
«Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία έχει καταστεί σε όλους σαφές ότι η πρόοδος στα Ευρωτουρκικά συνδέεται άμεσα με την ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό. Και αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής που χαράξαμε και υλοποιούμε», υπογράμμισε.
Η αποφασιστικότητα, η συνέπεια, η διεθνής αξιοπιστία και η μεθοδική εφαρμογή της στρατηγικής, συνέχισε, δημιούργησαν νέα κινητικότητα και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Ο Πρόεδρος ανέφερε ότι η Κυβέρνηση θα συνεχίσει να αξιοποιεί κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα, εκφράζοντας την ελπίδα ότι όλα τα μέρη και ειδικότερα η Τουρκία θα επιδείξουν ειλικρινή πολιτική βούληση.
Απευθυνόμενος προς την Τουρκία, είπε ότι μπορεί να επιτευχθεί διευθέτηση επωφελής για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον η Άγκυρα εγκαταλείψει αναχρονιστικές αντιλήψεις, που δεν είναι συμβατές με τη σημερινή εποχή, ιδιαίτερα σε ένα ευρωπαϊκό κράτος όπως η Κύπρος.
Οι αναχρονιστικές επιδιώξεις και οι διχοτομικές πολιτικές, σημείωσε, δεν πλήττουν μόνο τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων, αλλά «ουσιαστικά τιμωρούν» και τους Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι στερούνται, λόγω της τουρκικής κατοχής, δικαιώματα που προσφέρει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Ο Πρόεδρος ανέφερε ότι οι προθέσεις έναντι των Τουρκοκυπρίων είναι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία τούς αντιμετωπίζει ως ισότιμους πολίτες. Τα μονομερή μέτρα στήριξης και η πολιτική που ακολουθείται χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, είπε, καταδεικνύουν στην πράξη αυτή την προσέγγιση.
«Αυτό είναι και το μήνυμά μου και προς τον Τουρκοκύπριο ηγέτη για την Κύπρο που οραματιζόμαστε. Μια χώρα που θα αποτελεί το κοινό μας σπίτι, την κοινή μας πατρίδα», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο και οι αρχές, οι αξίες και το δίκαιο της ΕΕ μπορούν να λειτουργήσουν ως η ισχυρότερη ασφαλιστική δικλείδα για μία δημοκρατική, βιώσιμη και λειτουργική λύση και ως θεμέλιο για το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον, με πλήρη σεβασμό στην εθνοτική καταγωγή του άλλου «και σίγουρα όχι μέσα από την αυτοκατάργηση».
Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος επανέλαβε ότι η προσπάθειά του είναι ευθυγραμμισμένη με την εντολή που έλαβε από τον λαό για αναζήτηση λύσης στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου, της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και των αρχών, αξιών και του δικαίου της ΕΕ.
«Η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί απαράβατη κόκκινη γραμμή», τόνισε. «Δεν συζητούμε διάλυση, κατάργηση, ακύρωση ή υπονόμευση του νόμιμου διεθνώς αναγνωρισμένου Κράτους, το οποίο έδωσα διαβεβαίωση ότι θα υπηρετήσω και θα διαφυλάξω, στη βάση της συνταγματικής επιταγής», πρόσθεσε.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είπε, δεν πρόκειται να συζητήσει οτιδήποτε παραπέμπει σε λύση δύο κρατών, συγκεκαλυμμένη συνομοσπονδία ή εμπεριέχει «εποικοδομητικές ασάφειες».
Επανέλαβε, επίσης, ότι δεν θα φέρει ενώπιον του λαού οποιοδήποτε σχέδιο λύσης το οποίο δεν θα έχει τη δική του σύμφωνη άποψη. Ο Πρόεδρος δήλωσε ότι είναι «απόλυτα ρεαλιστής» και διαθέτει την τόλμη και το θάρρος να διαπραγματευτεί, να διεκδικήσει εκεί όπου πρέπει και να συμβιβαστεί εκεί όπου δεν επηρεάζονται βασικοί στόχοι και επιδιώξεις.
«Η λύση του Κυπριακού παραμένει η πιο ευγενής μου φιλοδοξία και το τάμα της ζωής μου», είπε.
«Δεν πρόκειται, όμως, να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι θα γίνω ο Πρόεδρος που θα βάλει την υπογραφή του σε μία διευθέτηση που δεν θα αντέξει στον χρόνο, που δεν θα είναι λειτουργική και βιώσιμη. Και σίγουρα δεν πρόκειται να γίνω ο Πρόεδρος της διχοτόμησης», τόνισε.
«Θέλω λύση, θέλουμε λύση, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο», συνέχισε, προσθέτοντας ότι αυτή πρέπει να διαθέτει τα εχέγγυα για να λειτουργήσει και να αντέξει στον χρόνο και να είναι συμβατή με την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους μέλους της ΕΕ.
Ο Πρόεδρος είπε ότι ο διορισμός ενός εν ενεργεία υψηλόβαθμου Ευρωπαίου αξιωματούχου για το Κυπριακό, η εντατικοποίηση της προσπάθειας του ΓΓ του ΟΗΕ και οι άλλες κινήσεις για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν προέκυψαν τυχαία, αλλά αποτελούν αποτέλεσμα συνεχούς και μεθοδικής προσπάθειας.
Αναφέρθηκε σε μια πολυδιάστατη και ενεργό εξωτερική πολιτική, με ξεκάθαρο δυτικό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό, η οποία επενδύει στην εξωστρέφεια, διεκδικεί ρόλο και αναδεικνύει τις δυνατότητες της χώρας. Ως πρόσφατη απόδειξη ανέφερε την «εξαιρετικά επιτυχή» Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, για την οποία, όπως είπε, η Κύπρος απέσπασε εύσημα από τους εταίρους της σε επίπεδο κρατών, θεσμών και ηγετών.
Στο εσωτερικό, είπε, συνεχίζονται οι ενέργειες για ενδυνάμωση της αποτρεπτικής ισχύος, ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών και της ανθεκτικότητας της οικονομίας μέσω υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής. Αναφέρθηκε ακόμη στις επενδύσεις στην Υγεία, στην Παιδεία και στο Κράτος Πρόνοιας και στις προσπάθειες αντιμετώπισης προβλημάτων, όπως το Μεταναστευτικό, το Στεγαστικό και ο εκσυγχρονισμός των θεσμών.
«Ειδικά μια χώρα που βρίσκεται σε συνθήκες κατοχής, αν δεν είναι εσωτερικά ισχυρή, δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο σε διεθνές επίπεδο», ανέφερε. Μια χώρα χωρίς ανθεκτική οικονομία, υπολογίσιμη άμυνα και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική, πρόσθεσε, δεν μπορεί να πετύχει στρατηγικούς στόχους, όπως ο τερματισμός της κατοχής και η απελευθέρωση της Κύπρου.
Απευθυνόμενος στους πρόσφυγες, στις οικογένειες πεσόντων και αγνοουμένων, στους αγωνιστές της αντίστασης και στους πολεμιστές του 1974, είπε ότι αντλεί δύναμη από την καρτερικότητα, τη θέληση για επιστροφή και τον πόθο τους για δικαίωση.
«Ως ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας της μεταπολεμικής γενιάς, απευθύνομαι προς όλους με δέος, συναισθανόμενος την ιστορική ευθύνη που ανέλαβα να εργαστώ για να παραδώσω στα παιδιά μας μια πατρίδα ελεύθερη, μεγαλύτερη από αυτήν που παρέλαβα», είπε.
Ευχαρίστησε, παράλληλα, τον ελληνικό λαό και την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας για τη συνεχή και σταθερή στήριξη στην προσπάθεια απαλλαγής από την κατοχή, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στους Ελλαδίτες που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Κύπρου.
Καταλήγοντας, ο Πρόεδρος ανέφερε ότι οι ημέρες που έρχονται είναι γεμάτες προκλήσεις, οι οποίες απαιτούν τον μέγιστο βαθμό σοβαρότητας, ετοιμότητας και ενότητας. Κάλεσε όλους σε συστράτευση και έτεινε «χέρι συνεργασίας» προς όλες τις πολιτικές δυνάμεις, τα οργανωμένα σύνολα και κάθε πολίτη.
«Μπροστά στην ευθύνη για το αύριο της χώρας και του λαού μας δεν έχουμε την πολυτέλεια να προτάσσουμε άλλους πολιτικούς σχεδιασμούς, κομματικές ατζέντες ή προσωπικές επιδιώξεις», υπογράμμισε. «Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει η ασπίδα και το δόρυ του αγώνα που διεξάγουμε», είπε, σημειώνοντας ότι πρέπει να θωρακίζεται και να ενδυναμώνεται.
Με οδηγό τον «διεκδικητικό ρεαλισμό», κατέληξε, η πορεία που ακολουθείται θα οδηγήσει «στο απάνεμο λιμάνι της λύτρωσης από τα δεσμά της κατοχής». «Η δική μας Ιθάκη είναι η δικαίωση των αγώνων του λαού μας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο κυπριακός λαός, με υπομονή, επιμονή, πείσμα, σκληρή δουλειά και αξιοπρέπεια, καρτερά «να φυσήσει ο αέρας της ελευθερίας».