newsare.net
Η αντίδραση στο άρθρο γνώμης που έθεσε ζήτημα έλλειψης πολυφωνίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αναμενόμενΦεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού: Η «πολυφωνία» των ποσοστών και μια φαρσοκωμωδία
Η αντίδραση στο άρθρο γνώμης που έθεσε ζήτημα έλλειψης πολυφωνίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αναμενόμενη. Οι προσωπικές επιθέσεις περί «φασισταριού» και «ακροδεξιών» που «θέλουν να φιμώσουν την ελευθερία του λόγου», αν και ανάξιες λόγου, αποκαλύπτουν τα όρια της «προοδευτικής ανεκτικότητας» στην αντίθετη άποψη και σε όσους εκφράζουν δημοκρατικά προβληματισμό για τη διαχείριση δημόσιου χρήματος στον χώρο του πολιτισμού. Υπήρξαν, όμως, και εύλογες κριτικές από άτομα που βρίσκονται εδώ και χρόνια κοντά στο Φεστιβάλ. Αυτές αξίζουν να απαντηθούν επί της ουσίας. Οι ταινίες που προβάλλονται στο Φεστιβάλ την τελευταία δεκαετία κινούνται, κατά κύριο λόγο, μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεματικό και ιδεολογικό φάσμα. Αφού έγινε επίκληση στο 2016, με μια απλή θεματική ανάλυση του προγράμματος από τότε έως το 2026 (περίπου 200–220 ταινίες), θα δούμε ότι γύρω στο 45–55% ασκούν, κυρίως ή σε σημαντικό βαθμό, κριτική σε δυτικά κράτη και θεσμούς, στον καπιταλισμό και την οικονομική ανισότητα, στα σύνορα και τη μετανάστευση, καθώς και στην πατριαρχία και στις έμφυλες/queer ταυτότητες. Ακολουθούν οικολογικές, προσωπικές και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις. Το επιχείρημα ότι το Φεστιβάλ δεν πάσχει από ομοφωνία, επειδή προβλήθηκαν 7–8 ταινίες (δηλαδή ποσοστό κάτω του 6%) που ασκούν κριτική σε αυταρχικά καθεστώτα ή σε μορφές εξτρεμισμού, αυτοαναιρείται. Δεν διαψεύδει την έλλειψη πολυφωνίας, την επιβεβαιώνει. Μιλώντας για «τι εστί σημέρα φεστιβάλ διεθνώς», η συστηματική προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεπερτόριο παραπέμπει όντως στην παράδοση του πολιτικά στρατευμένου ντοκιμαντέρ (όπως εκείνη του Σοβιετικού «Πατριάρχη» Vertov) παρά σε έναν πραγματικά πλουραλιστικό θεσμό. Όσον αφορά την «ιδιαίτερα προβληματική» αναφορά στο Queer Wave, το πρόβλημα δεν είναι η προβολή queer ταινιών. Το πρόβλημα είναι η υπερεκπροσώπηση, η ιδεολογική εμμονή στη συγκεκριμένη θεματική ιεράρχηση εις βάρος άλλων θεματικών. Σχετικά με τη «σύγχυση ορολογίας», όντως υπήρξε λάθος στη συγκεκριμένη διατύπωση. Πρόθεση ήταν η παρατήρηση ότι, σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα όπως η μετανάστευση, η νεοφιλελεύθερη σχολή και η σύγχρονη μαρξιστική Αριστερά, παρότι ξεκινούν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, συχνά καταλήγουν σε παρόμοιες θέσεις υπέρ πιο ανοικτών ή χαλαρών συνόρων. Αντίστοιχη δυναμική ισχύει και στο πεδίο των σεξουαλικών ταυτοτήτων, όπου ο νεοφιλελευθερισμός έχει, σε μεγάλο βαθμό, αφομοιώσει και οικειοποιηθεί σχετικά αιτήματα. (Δεν είναι αξιοπερίεργο ότι γενικά απουσιάζουν ντοκιμαντέρ που να εστιάζουν άμεσα στο ζήτημα των παράνομων κυκλωμάτων διακίνησης μεταναστών που εμπορεύονται ανθρώπινες ψυχές;) Σε δεύτερο επίπεδο, η επίκληση των μεγάλων διεθνών φεστιβάλ (IDFA, Sundance, Visions du Réel, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) ως απόδειξη κύρους είναι ακόμη πιο προβληματική. Τα πιο πάνω φεστιβάλ ανήκουν στο ίδιο αριστεροφιλελεύθερο πολιτιστικό οικοσύστημα. Έχουν τις ίδιες θεματικές εμμονές και την ίδια αντίληψη για το τι θεωρείται «σημαντικό» ή «προοδευτικό» ντοκιμαντέρ. Ψέμα; Επομένως, το γεγονός ότι μια ταινία βραβεύεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο απλώς αποδεικνύει ότι πέρασε με άριστα τις εξετάσεις και όχι ότι εξασφαλίζει πολυφωνία. Επίσης, ένα δημόσια χρηματοδοτούμενο φεστιβάλ στην Κύπρο δεν οφείλει να λειτουργεί ως τοπικό παράρτημα των μεγάλων δυτικών φεστιβάλ. Ούτε να είναι αντίλαλος στο κυρίαρχο αφήγημα, αναπαράγοντας τις ίδιες συνταγές χωρίς να τολμά να αγγίξει άλλες θεματικές. Με εξαίρεση ίσως το When You Cannot της Τασούλας Χατζηγιάννη to 2024, απουσιάζουν ουσιαστικά ντοκιμαντέρ που να αγγίζουν το ζήτημα της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής και του εποικισμού στην Κύπρο. Θέματα όπως η υπογεννητικότητα στη Δύση και οι συνέπειές της, η ψηφιακή επιτήρηση από τις Big Tech και οι κοινωνικές προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν έχουν άραγε θέση; Το ότι ορισμένες θεματικές απουσιάζουν από τη διεθνή παραγωγή θα έπρεπε ήδη να προβληματίζει. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει χώρος για περισσότερες οπτικές, ώστε αυτοί που θέλουν να ασχοληθούν να μην αποθαρρύνονται, βλέποντας ότι ένας συγκεκριμένος ιδεολογικός πόλος ασκεί ηγεμονία. Όσον αφορά τις θεωρίες συνωμοσίας για τη «συγκυρία δημοσίευσης του άρθρου», τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Ανοίξαμε το φετινό πρόγραμμα, είδαμε τις επιλογές και νιώσαμε ένα έντονο déjà vu. Ίδιες θεματικές, ίδια ιδεολογικά μοτίβα, ίδια κατεύθυνση. Κάπως έτσι βάλαμε τις σκέψεις μας κάτω. Οι οργουελικές κατηγορίες περί «ιδεολογικής αστυνόμευσης» είναι στα όρια του γελοίου . Αυτό που επισημάνθηκε είναι η ανισορροπία. Ο στόχος παραμένει απλός: να γίνει διεύρυνση της θεματικής του Φεστιβάλ, ώστε να αγκαλιάσει περισσότερες απόψεις και ένα ευρύτερο φάσμα ανησυχιών της κοινωνίας. Όταν κάτι γίνεται με χρήματα του φορολογούμενου, η δημοκρατική απαίτηση για μεγαλύτερη πολυφωνία δεν είναι «ιδεολογική αστυνόμευση». Είναι αυτονόητο αίτημα δημόσιας λογοδοσίας. Εν κατακλείδι, το ζήτημα δεν είναι ότι το κράτος χρηματοδοτεί ταινίες που ασκούν κριτική στους θεσμούς και στις πολιτισμικές αξίες. Σε μια δυτική δημοκρατία αυτό είναι θεμιτό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, με χρήματα του φορολογούμενου, χρηματοδοτείται επί χρόνια ένα οποιοδήποτε φεστιβάλ όπου κυριαρχεί συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση, ενώ άλλες οπτικές εξοστρακίζονται. Αν κάποιοι θέλουν να διατηρήσουν ένα κλειστό ιδεολογικό κατηχητικό, δικαίωμά τους να το πράξουν ιδιωτικά. Όταν, όμως, αυτό παρουσιάζεται ως πολυφωνία και χρηματοδοτείται ως τέτοιο από το κράτος, την ίδια στιγμή που πολλές από τις ταινίες αντλούν δημόσια ευρωπαϊκά χρήματα για να «αποδομούν» τους σπόνσορες τους, η αντίφαση είναι σχεδόν κωμική. Είναι φαρσοκωμωδία που αξίζει να γίνει ντοκιμαντέρ. Read more











